Πέμπτη, 13 Αυγούστου 2015

ΟΙ διαδικασίες επιστρατεύονται για να υποτάξουν το χρόνο



Ένα μονόπρακτο για να τιμήσουμε τη μέρα
«Οι διαδικασίες επιστρατεύονται για να υποτάξουν το χρόνο»

«Ο χρόνος είναι μαλακός και απέραντος». Γ. Ρίτσος « Όταν έρχεται ο ξένος».
Πρωταγωνιστές: τα νέα και φρέσκα πρωτοπαλίκαρα του συστήματος, αυτά που αντικατέστησαν τα παλιά και κουρασμένα.
Αφού χόρεψαν επί 22ώρες? στο σκοπό του κουαρτέτου κατάφεραν και έφεραν άρον  -  άρον επί σκηνής, δηλ στη βουλή των Ελλήνων, τη νέα πράξη του ατελείωτου έργου- μνημόνιου, που παίζεται για το καλό μας: « Οι διαδικασίες θα υποτάξουν το χρόνο».
Διαδικασίες: Γυναικείες φιγούρες με μάτια άδεια και πρόσωπο ανέκφραστο. Από το στόμα τους βγαίνουν μόνο απειλές και εκβιασμοί. Στο κεφάλι τους για μαλλιά κρέμονται σχοινιά μεγάλα, που πετάνε δεξιά, αριστερά. Τα χέρια τους καταλήγουν αντί για δάχτυλα σε σχοινιά  σε όλα τα είδη και μεγέθη.
Μπαίνουν στους διαδρόμους της βουλής και τα πετάνε δεξιά κι αριστερά, κυνηγάνε το χρόνο, για να τον δέσουν, να τον υποτάξουν. Εκείνος όμως δεν είναι στα μέτρα τους, αδύνατον να τον ελέγξουν.
Άλλος ήταν ο στόχος τους: δημιούργησαν το στρόβιλο, παρέσυραν και έδεσαν μέσα στα πλοκάμια τους το πολιτικό προσωπικό, που έτρεξε μαζί τους στο κυνήγι του χρόνου. Έσφιξαν θηλιές και κόμπους στο μυαλό, στη σκέψη και στη γλώσσα τους.
Ποιος θα μπορέσει να τους αντισταθεί;
Υπάρχει μια άλλη φιγούρα, ο αντίποδάς τους, η ελεύθερη σκέψη.
Το πρόσωπό της είναι λαμπερό, τα μάτια της εκπέμπουν όλα τα συναισθήματα: χαρά, θυμό, πόνο, θαυμασμό, έκπληξη, ενθουσιασμό, ελπίδα…
Από τα χείλη της βγαίνουν λέξεις δυνατές, καθαρές, απείθαρχες, όπως: δουλειά, υγεία, μόρφωση, ασφάλεια…
Τα μαλλιά της χυτά πάνω στους ώμους τ’ ανεμίζει ο αγέρας… και τα χέρια της ελεύθερα μπορούν να εκφράσουν ό,τι αισθάνεται: άρνηση,  θυμό, χαιρετισμό, διαδήλωση, αντίσταση…
Αυτό είναι η μαγική της δύναμη, με μια χειρονομία της οι διαδικασίες θα κάνουν στοπ, αλλά η αναμέτρηση μεταξύ τους συνεχίζεται αδιάκοπα. Στο τέλος αυτού του 24ωρου οπωσδήποτε αγώνα, το βέβαιο είναι ότι το πολιτικό προσωπικό που έσπευσε στο κάλεσμα των διαδικασιών να υποτάξουν το χρόνο, θα υπογράψει εξαντλημένο ΝΑΙ στο μνημόνιο. Η ελεύθερη σκέψη θα είναι όρθια.
Την επομένη το πανελλήνιο θα προσεύχεται στη  Μεγαλόχαρη να μας λυπηθεί….
Κοζάνη 13-8-2015
                                                                                                        Γκουτζιαμάνη Γιάννα
                                                                                                                  φιλόλογος



Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2015

Μια παράσταση μη κανονική



Μια παράσταση μη κανονική
Το έργο:
   ;αδοπάνα νασιρύγ  αλΟ’
Κι όμως ο ήλιος βγαίνει από την ανατολή και δύει στη δύση
Ο χρόνος: Μνημονιακή εποχή
Ο χώρος: Το πανελλήνιον
Ο συγγραφέας: Ένα γκόλντεν μπόυ, συνεπικουρούμενο από εθελοντές συναδέλφους του.
Η σκηνή: 1ο επίπεδο: το 18θεο της Ευρώπης
                  2ο επίπεδο: Το εκλεγμένο πολιτικό προσωπικό της Ελλάδας
                  3ο επίπεδο: Ο λαός – χορός.
Ένας από τους θεατές: ο κοινός νους
Ο θίασος: Πολιτικοί άνδρες και γυναίκες στους οποίους ο συγγραφέας προσέδωσε όνομα με κοινή κατάληξη σε –ιτης, δανεισμένη από τη λέξη κοπρίτης: Σημιτίτης, Παπανδρίτης, Παπαδημίτης, Βενιζελίτης, Σαμαρίτης, Μπακογιανίτη, Βορίτης, Αδωνίτης, Καμενίτης, Τσιπρίτης,Παυλοπουλοπίτης, Θεοδωρακίτης, Γενηματίτη, Γεροβασιλίτη  και κομπάρσοι  βουλευτίτες.

Το έργο πρωτότυπο ως κείμενο. Οι ηθοποιοί λένε εκφράσεις και λέξεις, που παίρνουν μέσα από ένα κουτί  που τοποθετήθηκε στον εγκέφαλό τους και είναι ποτισμένες με ένα αρωματικό υγρό, ώστε να έχουν αυτόματα 2 όψεις και να διαβάζονται με το ανάποδο νόημα.
Τρέχουν και στριμώχνονται να καθίσουν σε μια καρέκλα που γράφει με χρυσά γράμματα «εξουσία», για να γίνουν αυτό το «άλλο», να αισθανθούν μεγάλοι, σπουδαίοι και προπαντός ότι ανήκουν σ’ έναν ανώτερο κόσμο και έχουν τους άλλους στα πόδια τους.
Πρέπει να δείξουμε κατανόηση σ’ αυτό, διότι δούλεψαν σκληρά για να φτάσουν εκεί. Πέρασαν από δύσκολες εξετάσεις και τώρα πρέπει να είναι μονίμως γονατιστοί, να ενεργούν κατ’ εντολή και να πασχίζουν να πείσουν τους άλλους, τους από κάτω τους, ότι το μαύρο είναι άσπρο και ότι η κανονικότητα που ήξεραν , δεν υπάρχει πλέον.
Και πάνω που χάρηκαν ότι πήραν τη θέση που τους άξιζε και έγιναν οι πρωταγωνιστές, ήρθε ο συγγραφέας-αφεντικό και έφερε τους δευτεροκλασάτους και τους πρωτοκλασάτους ρόλους και πρέπει τώρα  να σκύβουν και να στριμώχνονται περισσότερο.
Οι δευτεροκλασάτοι ρόλοι 3 στο προηγούμενο επεισόδιο, τώρα αυξήθηκαν σε 4 και βαφτίστηκαν επί τω καλλιτεχνικό « κουαρτέτο», κατ’ ευφημισμόν και παίζουν στο δεύτερο επίπεδο, στη σκηνή β’.
Ο ρόλος τους κοστούμι κομμένο και ραμμένο, τον παίζουν άριστα, απαρέγκλιτα: επιθεωρητές με ύφος και στάση ατσάλινη. Στην παραμικρή ανυπακοή ή αν ακούσουν προτάσεις και λέξεις όπως: δικαιώματα, κοινωνική δικαιοσύνη, δημόσια αγαθά, θέσεις εργασίας, παθαίνουν αμέσως αλλεργία και αντιδρούν με ένα πιστόλι αόρατο στον κρόταφο του απέναντι. Και τότε όλα γίνονται όπως πρέπει.
Ο κοινός νους που ξέρει ότι η κανονική στάση του ανθρώπου είναι να είναι όρθιος και να αντιδρά σε ό,τι δεν του αρέσει, ή όταν του επιβάλλουν πράγματα άγρια, π.χ. κοινωνική αδικία, ληστεία, στέρηση, ανεργία, φόρους, ακρίβεια, αυταρχισμό….. απορεί, θίγεται και θυμώνει. Μα γιατί δεν αντιδρούν;
Ώσπου ανέλπιστα έρχεται στη σκηνή μια φιγούρα και άλλη μια με μπόι, ανάστημα και ύφος αυστηρό, αγέρωχες  και με τη σιγουριά της γνώσης και τον αέρα της ελεύθερης σκέψης εκστομίζουν το ΟΧΙ που κοστίζει τον αποκλεισμό από την καρέκλα.
Να λοιπόν το δείγμα της κανονικότητας, σκέφτεται ο κοινός νους. Η εξαίρεση υπάρχει, που επιβεβαιώνει τον κανόνα.
Και τότε έρχονται στη σκηνή , με ανάποδη σειρά οι πρωτοκλασάτοι. Αυτοί παίζουν στο ανώτερο επίπεδο, στη σκηνή α’.
Είναι καλά εκπαιδευμένοι  στο ρόλο τους, το σχέδιο μελετημένο από ηλεκτρονικό εγκέφαλο διεστραμμένο.
Αυτοί λοιπόν είναι το 18θεο της Ευρώπης, που συνεδριάζει κεκλεισμένων των θυρών και έχει μια αποστολή, να υπηρετεί τις τράπεζες, το θησαυρό των αφεντικών, των γκόλντεν μπόυς.
 Η σκηνή απλώνεται ολόκληρη. Το έργο μας αποκαλύπτει ανάποδα, ως τελευταία, την πρώτη πράξη, όπου ο Τσιπρίτης ανεβαίνει στην α’ σκηνή, για να διαπραγματευτεί το δίκιο του λαού του, την εθνική κυριαρχία, την αξιοπρέπεια.
 Και τότε αρχίζει αυτό το ανάποδο του έργου: Παίζει τόσο καλά το ρόλο του, που ο κοινός νους δεν μπορεί να διακρίνει, εάν ο διεστραμμένος εγκέφαλος μπέρδεψε κάποιο καλώδιο στον εγκέφαλο του Τσιπρίτη, ή εάν ο συγγραφέας του ράντισε τον εγκέφαλο και κατάφερε μ’ ένα αυτοματοποιημένο σύστημα να φέρει πίσω στη β’ σκηνή αναποδογυρισμένες όλες τις λέξεις και τις φράσεις που έλεγε πριν πάει εκεί.  
Τον ακούνε οι συμπρωταγωνιστές του και παθαίνουν ένα μεταδοτικό σοκ. Ο εγκέφαλός τους μπερδεύει το πριν με το τώρα και οι λέξεις και οι φράσεις βγαίνουν με άλλο νόημα.
 Και όχι μόνο. Καθήλωσε και το χορό-λαό, που παρακολουθεί από τη σκηνή γ’. Με το συγκλονιστικό του ρόλο, τον έκανε να  νιώσει  ανατριχίλα, εκείνο το τραυματικό σοκ.
 Ήταν βέβαιος ο χορός-λαός στην αρχή για τους εκλεκτούς του βουλευτίτες, ότι θα βγάλουν τη χώρα από το μνημόνιο, γιατί φώναξε εκείνο το ηχηρό ΟΧΙ σε 3ο μνημόνιο  και ότι θα αγωνιστούν για την κάθαρση από την προηγούμενη τραγωδία και τάσσεται στο πλευρό τους.
Έκπληκτος βλέπει το κουαρτέτο να μπαίνει στη σκηνή και τους εκλεκτούς του εκπροσώπους να υπογράφουν γονατιστοί ΝΑΙ στις εντολές τους, εκεί που θα έπρεπε ΟΧΙ. Κα να μιλάνε με λέξεις και φράσεις που έχουν αντίθετο νόημα και ότι τίποτα πλέον δεν είναι όπως πριν, δεν ζούμε στην εποχή της κανονικότητας.
 Ο χορός παραπατάει, προσπαθεί να καταλάβει.
Τώρα με ποιόν θα πάει; Ποιος είναι με το δίκιο;
Ταράζεται ο κοινός νους στη σκέψη ότι μπορεί να πάθει το ίδιο. Αισθάνεται το οξυγόνο να λιγοστεύει. Και τότε καταλαβαίνει ότι πολλές οθόνες, στημένες παντού, ρίχνουν στον αέρα μεγάλες δόσεις από το αρωματικό υγρό που ποτίζει τον εγκέφαλο, τις λέξεις και τη σκέψη, για να χάσουν την κανονικότητά τους. Το είναι του αντέδρασε και έτρεξε να βγει έξω στον καθαρό αέρα, στον ήλιο που βγαίνει ακόμα από την ανατολή και δύει στη δύση.
  Κοζάνη 10-8-2015 
                                                                                                    Γκουτζιαμάνη Γιάννα
                                                                                                         φιλόλογος                                                    


Σάββατο, 8 Αυγούστου 2015

Οι λέξεις διαμαρτύρονται, ο Θουκυδίδης έρχεται να μας συνδράμει


                                                      

«Για να δικαιολογούν τις πράξεις τους άλλαζαν ακόμα και τη σημασία των λέξεων. Η παράλογη τόλμη θεωρήθηκε ανδρεία και αφοσίωση στο κόμμα, η προσωπική διστακτικότητα θεωρήθηκε δειλία που κρύβεται πίσω από εύλογες προφάσεις και η σωφροσύνη προσωπίδα της ανανδρίας. Η παραφορά θεωρήθηκε ανδρική αρετή, ενώ η τάση να εξετάζονται προσεκτικά όλες οι όψεις ενός ζητήματος θεωρήθηκε πρόφαση για υπεκφυγή.»

 ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑΙ

Βιβλίο 3, Κεφάλαιο 82, παρ. 4


Ελπίδα: λέξη ανάλαφρη, χαρούμενη, δυνατή. Την έσπειρε η φύση μέσα στην καρδιά του ανθρώπου. Εκεί είναι η φωλιά της. Προορισμός της η άμυνα στις επιθέσεις του κακού. Όπλα της τα φτερά της που σαν έλικας αναζωογονούν την καρδιά και απωθούν το κακό. Τρέφεται από τις ανάγκες και τα θέλω του ανθρώπου, σύμμαχος που δυναμώνει την ψυχή.
Αξιοπρέπεια: Λέξη στιβαρή, σοβαρή, ακέραιη. Πατάει σε δυο κολόνες: αξία και πρέπει. Πάει και τοποθετείται στο μέτωπο εκείνου που την καλεί, γιατί αποφάσισε να την ασπαστεί και να την υπερασπιστεί.. Στα χέρια της κρατάει ζυγαριά. Στη μια πλευρά της τοποθέτησε τα λόγια και στην άλλη τα έργα και τις πράξεις των ανθρώπων.
Η τιμή της ακριβή, δεν συγχωρεί τα λάθη, δεν επιτρέπει τα μισά.
Το ζύγι της αυστηρό και ακριβοδίκαιο. Η ισορροπία ανάμεσα στα δυο εύθραυστη και ανά πάσα στιγμή μεταβαλλόμενη είτε από τις έσωθεν αδυναμίες του ανθρώπου, είτε από τις έξωθεν προκλήσεις.
Η πλευρά με τις λέξεις διαλεγμένες: αρετή, τόλμη, ελευθερία, αλήθεια, τιμή, εντιμότητα, δίκιο, δημοκρατία, σεβασμός, εταίρος, εργασία, ζωή αντιπαλεύουν πάντα το αντίθετό τους: ψέμα, υποκρισία, ατιμία, άδικο, αυταρχισμός, εκβιασμός, φόβος, δουλεία, τρομοκρατία, δανειστές, σύστημα, ισχύς, ανεργία, θάνατος.
Η πλευρά με τα έργα και τις πράξεις: εργασία, αλληλεγγύη, διάλογος κόντρα στις: απάτη, ληστεία, πυγμή, εκβιασμός, συντριβή, ταπείνωση.
Και τα δύο στιγματίζουν εκείνον που τις ξεστομίζει, ή τις διαπράττει.

Συνέβη στην πλατεία Συντάγματος, στην Αθήνα του Θουκυδίδη, του πατέρα της «ιστορίας» που συνέγραψε τα «8 βιβλία» διερευνώντας  την αλήθεια, για να την μάθουν οι άνθρωποι στους αιώνες.
Παρακολουθεί ο Θουκυδίδης με προσοχή το έργο που παίζεται εδώ και 6 μήνες με τίτλο: « Διαπραγματεύσεις Ελλάδας, Ε.Ε., Δ.Ν.Τ.» και φαίνεται να οδεύει προς την τελευταία του πράξη.
Στην πλατεία Συντάγματος λοιπόν ευφραίνεται η ψυχή του, ότι η ελπίδα  πήρε τη θέση της στην καρδιά του ελληνικού λαού και γιγαντώθηκε, η αξιοπρέπεια  αντίστοιχα στο μέτωπο της «Ελλάδας του φωτός και του πνεύματος» και έλαχε σε ένα νέο πολιτικό άνδρα η τιμή να τις φωνάξει και το πλήθος απάντησε με ένα ηχηρό ΟΧΙ στην υποταγή, για να φτάσει ως την Ευρώπη και τον κόσμο όλο, για να δει η ανθρωπότητα το έγκλημα που συντελείται: Ανελέητοι δανειστές, ισχυροί του χρήματος θέλουν να ξεριζώσουν την ελπίδα από την καρδιά της, να μουντζουρώσουν και να διαγράψουν  την αξιοπρέπεια, να ταπεινώσουν την πατρίδα του Αριστοτέλη, του Πλάτωνα, της Αντιγόνης, του Αισχύλου.
7 Ιουλίου. Η σκηνή μεταφέρεται στις Βρυξέλλες. Το τοπίο μουντό, χωρίς τον ευεργετικό ήλιο που θωπεύει και ημερεύει τα πνεύματα.
Το σκηνικό: Σφραγισμένες αίθουσες, με ελεγχόμενο οξυγόνο και το τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Οι πρωταγωνιστές 28 απέναντι σε έναν, το νέο πολιτικό άνδρα που φέρνει το ΟΧΙ της Αθήνας.
Αλλά
Το ΟΧΙ δεν μπήκε στην αίθουσα, το ανίχνευσε ο ηλεκτρονικός έλεγχος και το απέκλεισε ως επικίνδυνο για τρομοκρατική ενέργεια.
Επάνω στο τραπέζι χορεύουν οι λέξεις: πρόγραμμα, λιτότητα, δάνειο, τόκοι, τράπεζες, περικοπές, απολύσεις.
17 ώρες κράτησε η πράξη και στο τέλος ο νέος πολιτικός άνδρας έσκυψε και υπέγραψε τη συμφωνία: «Παραδίδομε άνευ όρων και αμετάκλητα τη χώρα μας στους δανειστές.» Το έργο δεν είχε κάθαρση, παρά μόνο επικήδειο. Και κάτι ακόμα, συντελέστηκε και άλλο έγκλημα: Οι λέξεις βιάστηκαν, ευνουχίστηκαν.
13 Ιουλίου
Ο πολιτικός άνδρας έρχεται στην Αθήνα, στην τηλεόραση πλέον και όχι στις πλατείες, με ραμμένη στην πλάτη του τη λέξη ήττα και το μέτωπο άδειο. Τώρα τραυλίζει λέξεις μπερδεμένες. Η ελπίδα και η αξιοπρέπεια είναι πλέον  αγνοούμενες.
Το έργο φαίνεται πως δεν τελειώνει. Οι λέξεις δεινοπαθούν, διαμαρτύρονται ότι τις κακοποιούν, τις βιάζουν, τις αρπάζουν και τις πασαλείφουν, τις κουρελιάζουν, τις πετάνε απρόσεκτα.
Και ο κόσμος; Τι θα κάνει αυτός ο λαός ο πάντα ευκολόπιστος και πάντα προδομένος; Τι μπορεί να κάνει;
Τρέχει δεξιά και αριστερά, να ακούσει, να μάθει, να καταλάβει. Καινούργιες λέξεις τον βαραίνουν: ήττα, σύγχυση, προαπαιτούμενα, περικοπές, μνημόνιο, ανεργία, απολύσεις, φόροι, αβεβαιότητα, ανασφάλεια…
Ποιός θα τον βοηθήσει να δει καθαρά, να τολμήσει να πάρει γενναίες αποφάσεις; Τι έφταιξε; Ποιος είχε το δικαίωμα να πετάξει την ελπίδα και την αξιοπρέπεια;
Ο Θουκυδίδης έρχεται να μας συνδράμει, μας δείχνει το δρόμο: Να καθαρίσουμε τις λέξεις, να τις φυλάξουμε και να τις φωνάξουμε όταν το καλεί η ανάγκη.
Μόνο έτσι θα νικήσουμε το φόβο , θα καθαρίσει ο αέρας  και η ελπίδα θα φτερουγίσει ξανά στην καρδιά. Η αξιοπρέπεια θα τιμά πάντα το μέτωπο εκείνων που την τιμούν.
Θα συμφωνούσαν, είμαι βέβαιη και οι:
Κατερίνα Γώγου: «Δεν πυροβολούν στα πόδια, στο μυαλό. Το νου σου έ;»
Μπ. Μπρεχτ : «Μη χαίρεστε ότι σκοτώσατε το κτήνος. Η σκύλα που το γέννησε ζει και θα γεννήσει κι άλλα.»
Κ. Π. Καβάφης: «Αν δεν μπορείς να κάνεις τη ζωή σου όπως θέλεις, τούτο προσπάθησε, όσο μπορείς, μην την εξευτελίζεις.»
Κοζάνη 8-8-2015
                                                                                          Γκουτζιαμάνη Γιάννα
                                                                                                 φιλόλογος

Σάββατο, 20 Ιουνίου 2015

"Μια περιδιάβαση στα μονοπάτια του είναι" Παρουσίσαση του βιβλίου " Το φως των εσοχών" Σούλα Αντωνίου



                             Το φως των εσοχών
« Μια περιδιάβαση στα μονοπάτια του είναι»  ( παρουσίαση βιβλίου- ποιήματα)

Μια γυναίκα, το όνομά της είναι Αυτογνωσία, περιδιαβαίνει τα μονοπάτια του είναι. Κρατά στο ένα χέρι ένα πανέρι γεμάτο με ερωτήσεις και στο άλλο ένα άδειο, για να μαζέψει τις απαντήσεις που φυτρώνουν μέσα στις πιο μύχιες εσοχές του είναι. Το πέρασμα δεν είναι εύκολο.
Ένα κουβάρι γίνεται και στροβιλίζεται σε ποτάμια και σύννεφα αναζητώντας πολύ μακριά αυτά που είναι κοντά της, σχεδόν την αγγίζουν. Λεπτά νήματα, κλωστές μεταξένιες οι μνήμες έρχονται να τη βοηθήσουν να βρει όλα τα περάσματα, να περάσει απ’ όλες τις εσοχές, απ’ όπου θα μαζέψει τις απαντήσεις , για να βγει στο φως.
 Όμως ένας λυσσασμένος άνεμος σπέρνει αποκαΐδια, για να την εμποδίσει να βλέπει καθαρά. Έτσι βρέθηκε σε ξένους τόπους, πλάνητας των μητροπόλεων , ένα περιφερόμενο αστέρι σε ουρανό με θερμοκρασία 10 υπό το μηδέν. Και τότε η μνήμη της, βγαίνει από την τσέπη της και από λεπτή, χρυσή κλωστή, γίνεται θεριό που ξεσκίζει, αίμα στο άσπρο χιόνι, που θα το ξεπλύνει το κλάμα της βόρειας βροχής.
Στέκεται καταμεσής στις ράγες του τραίνου και ακούει τη φωνή της: Είμαι εδώ, ένας ικέτης κάτω από τον ίσκιο της γραφής. Είμαι εδώ, αντίκρυ στην προσμονή. Ίσταμαι.
Ένα δροσερό ανοιξιάτικο αεράκι πέρασε και πέταξαν από το καλάθι οι ερωτήσεις: Ποιος θα αποπλύνει το σκότος που κρύβει τη θέαση; Ποιος θα πληρώσει για την ιεροσυλία που διέπραξαν στη γη της Δήμητρας οι ευτελισμένες εικόνες του εαυτού μας; Αμέσως πετάχτηκε από μια εσοχή η απάντηση: Πρέπει, αν θέλουμε να ξανασμίξουμε στους δρόμους του χτες με το αύριο, πρέπει να φυτέψουμε στη μήτρα της γλώσσας μια λέξη: αγάπη.
Έξω η θάλασσα λυσσομανά, ο άνεμος ξενυχτάει, αρνείται να πλαγιάσει σε ορφανό κρεβάτι. Μέσα της μια φωνή ψιθυρίζει: Θεέ μου συγχώρα με για το προπατορικό μου αμάρτημα, την ανάγκη μου να βρω την αλήθεια στην επιθανάτια κλίνη μιας επίορκης νύχτας, αναλαμβάνοντας το κόστος της απώλειάς μου.
Πιο εκεί ένας άντρας προελαύνει ντυμένος μ’ ένα απροσδιόριστο φως.. Εκλιπαρεί την επί γης ειρήνη, ικετεύει την ανθρώπινη συγγνώμη. Η γυναίκα κρύφτηκε για να καλύψει το συσκοτισμένο από τη λογική άπιστο εαυτό της. Και ένιωσε την ταραχή από το κάλεσμα του έρωτα. Παραμονεύει για να την υφαρπάξει και ρίχνει μέσα στο πανέρι της ένα χαρτί. Διαβάζει: Δεν ρωτάει το τι, το πώς και το γιατί. Τον έρωτα δεν τον περιμένεις, σε περιμένει. Δεν θέτει όρια, όρους, δεν είναι νομοταγής. Πρόσεχε μην τον εμπιστευτείς, είναι αναξιόπιστος. Αλλιώς, παραδόσου στην ευτυχία της τρικυμίας του.
Άλλο ένα χέρι ξεπρόβαλλε από άλλη εσοχή, λευκό, γενναιόδωρο και απέθεσε στο πανέρι ένα άλλο χαρτί, όπου οι λέξεις είναι δώρα: ζωή γενναιόδωρη, μ’ έμαθες να συγχωρώ τους μικρούς και τα μικρά. Σ’ ευχαριστώ που μου έδωσες μάτια για να βλέπω αυτά που δεν θέλω να βλέπω. Θα γίνω σπινθήρας, , ουράνιο τόξο κι από εκεί ψηλά θα σου ψελλίσω το ευχαριστώ, που τόσα χρόνια σου χρωστώ.
Ήταν πολύ ευχαριστημένες οι λέξεις, γιατί δεν ήταν γυμνές., δεν υποτάχτηκαν στη λειτουργία της λογικής και δεν περιφέρονταν σαν λείψανα Αγίων σε πανηγύρια, παζάρια και αγορές έτοιμες για εκποίηση. Ύστερα απλώθηκε μια σιωπή που μοιάζει με το μελιχρό φως του κεριού, που η φλόγα του γλείφει απαλά τις πληγές μας και είναι αδελφή της υπομονής.
Πήρε να σκοτεινιάζει. Ένα χέρι τοποθέτησε στο πανέρι ένα χαρτί: Ποιος είπε ότι ο ποιητής γράφει τα ποιήματα. Ο πόνος τα γράφει, ο πόθος τα λαξεύει, το πάθος τα σφυρηλατεί, το πένθος τα μορφοποιεί, η οδύνη τα ζωγραφίζει, η σιωπή, ο παιάνας του θανάτου τα συνθέτει.
Σκοτεινιάζει. Αυτό είναι το ανεξήγητο. Μια φωνή της απαντά μέσα από το σκοτάδι: Πώς μπορώ να σου εξηγήσω; Θα καταλάβεις λιγότερα μετά την εξήγηση. Όλα όσα ελπίζω ότι θα σε κάνουν να καταλάβεις, είναι μόνο γεγονότα. Όχι τι συνέβη. Ένα χαρτί πέταξε και μπήκε στο πανέρι με τις απαντήσεις: Άνοιξε τους φεγγίτες σου να περάσει το φως και δος μου τα χέρια σου να σεργιανίσουμε στα μεσημέρια της ζωής.
Είδε τότε πολλά μονοπάτια , μικρά και μεγάλα να την καλούν να ταξιδέψει. Ένα σκοτεινό χέρι αμέσως τοποθέτησε το δικό του χαρτί με ερώτηση: Σε ποιο Θιακί να πάω; Με τι αντοχές να αποπλεύσω χωρίς σκάφανδρο στις θάλασσες των ξορκισμών; Με τι διαβατήριο εγώ η ανιθαγενής να μεταβώ στη χώρα των Κυκλώπων και στων Λαιστρυγόνων τα παράλια;. Δεν είμαι η Πηνελόπη της Αγίας Υπομονής, ούτε γυναίκα ναυτικού και υφάντρα, ανέστια είμαι. Δεν ξέρω εγώ από τεχνάσματα , σπονδές , δοξάσματα, ευχέλαια να τους γητεύσω. Δεν έχω οβολούς να τους εξαργυρώσω, μόνο λίγα τάλαντα απόμειναν στην τσέπη μου, τα θέλει ο Αχέροντας να με διαπορεύσει.
Άκουσε τη φωνή της ένα άλογο και ήρθε από μια άλλη εσοχή αγέρωχo, περήφανο, γρήγορο, ατίθασο, πιστό και γονάτισε να την πάρει μαζί του στους καλπασμούς του χρόνου, που ανοίγουν κερκόπορτες να διαβούν τα γενέθλια της Άνοιξης στα πέταλα μιας θνήσκουσας μαργαρίτας.
Στο δρόμο εκεί που περπατούν, μια πινακίδα μαγνητίζει το βλέμμα της: Gustav Landauer στο Μόναχο της romerstrasse και έμεινε ακίνητη. Ένα χαρτί από το πανέρι με τις ερωτήσεις κεντρίζει τα μάτια της: Τι περιμένεις στο Μόναχο με κλάματα στα μάτια; Δεν είδες ότι τα λουστρινένια του παπούτσια κόλλησαν στις λάσπες της ιστορίας και η φωνή του σώπασε από τις οιμωγές της Γκουέρνικα στην κολασμένη νύχτα του Ρεμπώ; Μην έχεις ψευδαισθήσεις. Δεν πρόκειται να έρθει όσο στους καθεδρικούς ναούς της Δύσης συντελείται ακόμα το έγκλημα του αιώνα.. Εκεί ένιωσε τα πόδια της να λυγίζουν. Χρειάζεται βοήθεια. Είναι αυτή που δίνει μόνο η προσευχή στο θεό και στους νεκρούς. Εκείνοι δεν αρνούνται ποτέ και δείχνουν πάντα το δρόμο που οδηγεί στη λύτρωση.
Το σκοτεινό χέρι έβαλε το χαρτί στο πρώτο πανέρι και ιδού η ερώτηση: Τι στ’ αλήθεια έκανες εσύ το μαύρο πρόβατο. Η φωνή του πατέρα την καθησύχασε από τον ουρανό. Παιδί μου δεν έγινες κοπάδι, δεν έκανες εκπτώσεις στη ζωή σου, δεν εκπορνεύτηκες, δεν συμβιβάστηκες. Και η ηθική μοναξιά υποφέρεται πατέρα; Και ποιος σου είπε, παιδί μου, ότι οι βολεμένοι και οι βεβηλωμένοι δεν ζουν τη δική τους εξορία; Ουκ εν τω πολλώ το ευ.
Καληνύχτα πατέρα, καλή αντάμωση ψέλλισε και γύρισε το κεφάλι, άνοιξε το πόδι να φύγει. Είναι δύσκολος ο αποχαιρετισμός . Και τότε ήταν μια δύσκολη μέρα. Δεν ήξερε πώς να το διαχειριστεί. Έμαθε πολλά κοντά στους νέους. Δεν τους δίδαξε, διδάχτηκε. Είδε στα πρόσωπά τους να φυσάει ο άνεμος μιας άλλης ζωής. Προσοχή στο δρόμο, μη σκοντάψετε, σας περιμένει στη γωνία ο Προκρούστης. Τους φίλησε και έφυγε μακριά.
Στον άγνωστο δρόμο της υπαρξιακής αναζήτησης την οδηγούν οι λέξεις-πυγολαμπίδες, που ξεπηδούν από κρυφές εσοχές:
Σημαία: Πάνω στην άκρη του θαλασσινού βράχου η ελληνική σημαία προβάλλει αγέρωχη. Δεν θέλει να μαρτυρήσει στο θρόισμα του ανέμου την εξερήμωσή της.
Φαντασιακό: Τι θα ήταν άραγε η ζωή χωρίς ουτοπία; Μνήμη Κορνήλιου Καστοριάδη.
Άσπρες σελίδες: Ευλαβούμαι το χαρτί, σκύβω σαν ταπεινός ικέτης και το προσκυνώ.
Αχειροποίητο: Πώς να συγκολλήσει κανείς τα θραύσματα ενός αχειροποίητου ποιήματος;
Όστρακα: Κεντρομόλες δυνάμεις της εξουσίας, γιατί μου αφαιρείτε την αξίωση να βλέπω τα πράγματα μέσα απ’ τα μάτια ενός αθέατου θεού;
Πτώματα: Πτώματα ήτανε στα πεζοδρόμια, που υποδύονταν τους ζωντανούς.
Φθίνουσα ζωή: γέννησα παιδιά, έθαψα νεκρούς, φύτεψα δέντρα. Τι άλλο θέλεις άπληστη από μένα; Εσένα θέλω.
Ένιωσε ένα δυνατό σκίρτημα. Πάει θα τελειώσει το ταξίδι κιόλας;
Πήρε μια ανάσα, κάθισε σταυροπόδι, έβαλε μπροστά της και τα δύο πανέρια. Παίρνει με το ένα και με το άλλο της χέρι τα χαρτιά τους και ρουφάει τις λέξεις τους.
«Αγάπη, με περισυνέλεξες από την απώλειά μου.
Χρόνια πάλευα να με δαμάσω.
Παιδιάστικα κάστρα στην άμμο οι βεβαιότητες.
Γεωργώ τις λέξεις, για να φυτρώσουν ποιήματα από σκιές φευγάτες.
Γλώσσα, η μόνη μου περιουσία.
Το αίνιγμα της ύπαρξης το βρήκε καθηλωμένο στις αντινομίες της ζωής.
Ωδίνες γέννας. Ωδίνες ψυχής.
Δεν έχουν ιθαγένεια τα όνειρα, διαβατάρικα πουλιά είναι.
Πολλαπλασιάζω ό,τι μου αφαιρούν, διαιρώ ό,τι έχω.
Άκουσα ότι ο έρωτας πρέπει να φτάσει στα άκρα.
Ποίημα, τι είσαι;
Σταυροδρόμια ζωής διλήμματα ή δειλία ή το δήλον σε αναστολή;
Μου είπες, καλέ μου φίλε Walter ότι « ο έρωτας είναι μια αιώνια πατρίδα».
Σε είπαν παρακμή, γιατί άραγε;
Είπες θα κοιμηθώ απόψε με το άρωμά σου
Δυο μάτια και δυο χέρια σημεία επαναφοράς στην ομορφιά του κόσμου.»
Τα δυο χέρια την κράτησαν με σιγουριά κι αυτή συμφώνησε. Σηκώθηκε και συνέχισε με άλλη δύναμη να περπατά στο δρόμο της ζωής.
Κοζάνη 10-6-2015
Γκουτζιαμάνη Γιάννα